δεδομένο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δεδομένο | δεδομένα |
| γενική | δεδομένου | δεδομένων |
| αιτιατική | δεδομένο | δεδομένα |
| κλητική | δεδομένο | δεδομένα |
[
]
Ετυμολογία
- δεδομένο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής δεδομένος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ðɛ.ðɔ.ˈmɛ.nɔ/
[
]
Ουσιαστικό
δεδομένο ουδέτερο
- ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται
- ένα στοιχείο που είναι ήδη γνωστό και χρησιμεύει στη λύση ενός προβλήματος ή την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος
- τα δεδομένα σε αυτήν την περίπτωση είναι ελλιπή και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα
- (πληροφορική) (στον πληθυντικό) στοιχεία, πληροφορίες, σε δυαδική μορφή που εισάγονται προς επεξεργασία σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή προβάλλονται ως έξοδος σε μια περιφερειακή συσκευή
- (πληροφορική) (στον πληθυντικό) στοιχεία, πληροφορίες, που έχουν λάβει δυαδική μορφή και έχουν αποθηκευτεί σε σκληρό δίσκο ή άλλο μέσο
- μου χτύπησε ο σκληρός και έχασα όλα τα δεδομένα μου