δεδομένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δεδομένο δεδομένα
γενική δεδομένου δεδομένων
αιτιατική δεδομένο δεδομένα
κλητική δεδομένο δεδομένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δεδομένο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής δεδομένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðɛ.ðɔ.ˈmɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δεδομένο ουδέτερο

  1. ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται
  2. ένα στοιχείο που είναι ήδη γνωστό και χρησιμεύει στη λύση ενός προβλήματος ή την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος
    τα δεδομένα σε αυτήν την περίπτωση είναι ελλιπή και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα
  3. (πληροφορική) (στον πληθυντικό) στοιχεία, πληροφορίες, σε δυαδική μορφή που εισάγονται προς επεξεργασία σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή προβάλλονται ως έξοδος σε μια περιφερειακή συσκευή
  4. (πληροφορική) (στον πληθυντικό) στοιχεία, πληροφορίες, που έχουν λάβει δυαδική μορφή και έχουν αποθηκευτεί σε σκληρό δίσκο ή άλλο μέσο
    μου χτύπησε ο σκληρός και έχασα όλα τα δεδομένα μου


32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή μετοχής[]

δεδομένο