βάση δεδομένων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βάση δεδομένων < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική database, → δείτε τη λέξη: βάση και δεδομένo
[
]
Πολυλεκτικός όρος
βάση δεδομένων θηλυκό
- ένα σύνολο πληροφοριών οργανωμένο και ταξινομημένο κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η εμφάνισή τους και η αναζήτηση από ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή
- ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιείται για να συνθέσει ένα σύνολο πληροφοριών με οργανωμένο τρόπο και να τις εμφανίσει ή να τις αναζητήσει