βάση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βάση | βάσεις |
| γενική | βάσης & βάσεως |
βάσεων |
| αιτιατική | βάση | βάσεις |
| κλητική | βάση | βάσεις |
Ετυμολογία [
]
- βάση < αρχαία ελληνική βάσις
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
βάση θηλυκό
- το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης
- η βάση του ποτηριού
- το θεμέλιο
- και μεταφορικά
- η οικονομία μας δεν έχει στέρεες βάσεις
- και μεταφορικά
- η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης
- σύνολο στρατιωτικών εγκαταστάσεων
- η βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα
- (γεωμετρία) μία από τις τρεις πλευρές ενός τριγώνου
- (χημεία) χημική ένωση που όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζεται ένα άλας