θεμέλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεμέλιο θεμέλια
γενική θεμελίου θεμελίων
αιτιατική θεμέλιο θεμέλια
κλητική θεμέλιο θεμέλια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

θεμέλιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου θεμέλιος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /θɛ.ˈmɛ.li.ɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

θεμέλιο ουδέτερο

  1. η υλική βάση ενός κτίσματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κρηπίδα
  2. (μεταφορικά) αυτό στο οποίο στηρίζεται κάποιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βάση

[] Εκφράσεις

  • εκ θεμελίων : από τη βάση, συθέμελα
  • έχω γερά θεμέλια : έχω στέρεες βάσεις (σε γνώσεις, αξίες κ.λπ.)
  • ρίχνω τα θεμέλια : τοποθετώ τις βάσεις από οπλισμένο σκυρόδεμα, όπου θα οικοδομηθεί ένα κτίσμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες