σκυρόδεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκυρόδεμα σκυροδέματα
γενική σκυροδέματος σκυροδεμάτων
αιτιατική σκυρόδεμα σκυροδέματα
κλητική σκυρόδεμα σκυροδέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκυρόδεμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκυρόδεμα ουδέτερο

  1. υλικό που προκύπτει από την ανάμιξη χαλικιών διαφόρων μεγεθών, άμμου και τσιμέντου με νερό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • οπλισμένο σκυρόδεμα : το μπετόν αρμέ, σκυρόδεμα ενισχυμένο με χάλυβα ή άλλο υλικό υψηλής εφελκυστικής αντοχής
  • άοπλο σκυρόδεμα : κατ' αντιπαραβολή με το οπλισμένο εννοείται απλώς το σκυρόδεμα
  • προεντεταμένο σκυρόδεμα : σκυρόδεμα του οποίου οι οπλισμοί έχουν προενταθεί με σκοπό την αύξηση της αντοχής του

32πχ Μεταφράσεις[]