άμμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- άμμος < αρχαία ελληνική ἄμμος (ή ἄμαθος, συνώνυμα: ψάμμος και ψάμαθος)
Ουσιαστικό [
]
άμμος αρσενικό ή θηλυκό
- πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
- τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο
- είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
- η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό
Εκφράσεις[
]
[
]
Μεταφράσεις[
]
άμμος