έκβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έκβαση < καθαρεύουσα έκβασις < ελληνιστική κοινή ἔκβασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έκβαση θηλυκό

  1. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ολοκληρώνεται μια διαδικασία, προσπάθεια, αγώνας κ.λπ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]