καθαρεύουσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθαρεύουσα καθαρεύουσες
γενική καθαρεύουσας καθαρευουσών
αιτιατική καθαρεύουσα καθαρεύουσες
κλητική καθαρεύουσα καθαρεύουσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθαρεύουσα < μετοχή ενεστώτα θηλυκού γένους του ρήματος καθαρεύω· επειδή ένας από τους αρχικούς στόχους των καθαρολόγων ήταν η απαλλαγή της γλώσσας από ξένες γλωσσικές προσμείξεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

καθαρεύουσα θηλυκό

  • λόγια αρχαΐζουσα μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας, που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους μέχρι το 1976

32πχ Μεταφράσεις []