στερεό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στερεό | στερεά |
| γενική | στερεού | στερεών |
| αιτιατική | στερεό | στερεά |
| κλητική | στερεό | στερεά |
[
]
Ετυμολογία
- στερεό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου στερεός
[
]
Ουσιαστικό
στερεό ουδέτερο
- (φυσική) μία από τις τρεις βασικές κατάστασεις της ύλης, οι άλλες είναι υγρό και αέριο
- (μαθηματικά) γεωμετρικό σχήμα τριών διαστάσεων
- κάθε υλικό αντικείμενο που βρίσκεται σε κατάσταση στερεού (1) και δεν είναι εύπλαστο ή ελαστικό
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
στερεό