στερεό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στερεό στερεά
γενική στερεού στερεών
αιτιατική στερεό στερεά
κλητική στερεό στερεά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στερεό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου στερεός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

στερεό ουδέτερο

  1. (φυσική) μία από τις τρεις βασικές κατάστασεις της ύλης, οι άλλες είναι υγρό και αέριο
  2. (μαθηματικά) γεωμετρικό σχήμα τριών διαστάσεων
  3. κάθε υλικό αντικείμενο που βρίσκεται σε κατάσταση στερεού (1) και δεν είναι εύπλαστο ή ελαστικό

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

στερεό

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες