εγκατάσταση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εγκατάσταση < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
εγκατάσταση θηλυκό
- η ενέργεια του ρήματος εγκαθιστώ
- η απόκτηση μόνιμης διαμονής-κατοικίας σε έναν τόπο
- σύνολο κτηριακών και μηχανολογικών υποδομών
Μεταφράσεις [
]
εγκατάσταση