μέσο

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από το αρχαίο μέσον, ουδέτερο του επιθέτου μέσος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μέσο ουδέτερο

  1. Κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα.
    Η διάμεσος περνά από το μέσο της γραμμής.
  2. (μεταφορικά) Κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα πράγματα.
    Τον είδα στο μέσο του προαυλίου.
  3. Κάτι που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει το σκοπό του.
    Χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να κερδίσει.
  4. (μεταφορικά) Πρόσωπα, γνωριμίες, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα το σκοπό του.
    Κατάφερε να μπει στην υπηρεσία βάζοντας μέσο.



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες