μέσο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Από το αρχαίο μέσον, ουδέτερο του επιθέτου μέσος.
Ουσιαστικό
μέσο ουδέτερο
- Κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα.
- Η διάμεσος περνά από το μέσο της γραμμής.
- (μεταφορικά) Κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα πράγματα.
- Τον είδα στο μέσο του προαυλίου.
- Κάτι που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει το σκοπό του.
- Χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να κερδίσει.
- (μεταφορικά) Πρόσωπα, γνωριμίες, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα το σκοπό του.
- Κατάφερε να μπει στην υπηρεσία βάζοντας μέσο.