μέσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μέσα < αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέσος
Προφορά [
]
Επίρρημα [
]
μέσα άκλιτο
- στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
- όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη
- με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
- βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο
- σε κάποια κατάσταση
- έζησε μέσα τις κακουχίες
- σε κάποια χρονικά όρια
- θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα
- σε κάποια χρονική στιγμή
- θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα
- δηλώνοντας συμμετοχή
- είναι μέσα στην ομάδα μας
Εκφράσεις [
]
- μέσα από τα δόντια: χωρίς καλή άρθρωση // με χαμηλή ένταση φωνής
- μέσα μου: στην ψυχή μου, ενδόμυχα
- στα μέσα και στα έξω: με πρόσβαση σε πρόσωπα ή χώρους // με μεγάλη επιρροή
- το έχω μέσα μου: είναι στη φύση μου, έχω κάτι έμφυτο
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
- μέσο, στην ονομαστική του πληθυντικού
- μέσο, στην αιτιατική του πληθυντικού
- μέσο, στην κλητική του πληθυντικού
Μεταφράσεις [
]
εσωτερικό χώρου ή αντικειμένου