υπολογιστής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υπολογιστής | υπολογιστές |
| γενική | υπολογιστή | υπολογιστών |
| αιτιατική | υπολογιστή | υπολογιστές |
| κλητική | υπολογιστή | υπολογιστές |
[
]
Ετυμολογία
- υπολογιστής < υπολογίζω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.pɔ.lɔ.ʝi.ˈstis/
[
]
Ουσιαστικό
υπολογιστής αρσενικό, υπολογίστρια θηλυκό
- άνθρωπος που ενεργεί όχι γνήσια και αυθόρμητα αλλά υπολογίζοντας αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον
- ηλεκτρονικός υπολογιστής
[
]
Μεταφράσεις
υπολογιστής
|