μεταφραστικό δάνειο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- → δείτε τις λέξεις: μεταφραστικός και δάνειο
[
]
Πολυλεκτικός όρος
μεταφραστικό δάνειο
- δάνεια λέξη, όρος ή φράση που δημιουργείται σε μία γλώσσα από την πιστή ή ελεύθερη μετάφραση της αντίστοιχης λέξης, όρου ή φράσης της ξένης γλώσσας
- η έκφραση από πού κι ως πού είναι μεταφραστικό δάνειο από την τουρκική nereden nereye
- η λέξη ουρανοξύστης είναι μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική skyscraper
- ο όρος βιβλίο τσέπης είναι μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pocket book