μέθοδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μέθοδος < αρχαία ελληνική μέθοδος < μεθ- (< μετά-) + οδός
Ουσιαστικό [
]
μέθοδος θηλυκό
- ορισμένη συστηματική προγραμματισμένη προσέγγιση προς κάποιο θέμα ή ενέργεια
- η επιστημονική μέθοδος βασίζεται σε παρατηρήσεις και πειράματα που μπορούν να επαναληφθούν με παρόμοια αποτελέσματα
- ανακαλύφθηκε μια καινούργια μέθοδος για τη θεραπεία της νόσου