μέθοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μέθοδος < αρχαία ελληνική μέθοδος < μεθ- (< μετά-) + οδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μέθοδος θηλυκό

  • ορισμένη συστηματική προγραμματισμένη προσέγγιση προς κάποιο θέμα ή ενέργεια
    η επιστημονική μέθοδος βασίζεται σε παρατηρήσεις και πειράματα που μπορούν να επαναληφθούν με παρόμοια αποτελέσματα
    ανακαλύφθηκε μια καινούργια μέθοδος για τη θεραπεία της νόσου


32πχ Μεταφράσεις[]