ὁδός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : οδός

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁδός ὁδώ ὁδοί
Γενική ὁδοῦ ὁδοῖν ὁδῶν
Δοτική ὁδ ὁδοῖν ὁδοῖς
Αιτιατική ὁδόν ὁδώ ὁδούς
Κλητική ὁδέ ὁδώ ὁδοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ὁδός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sodos

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ὁδός θηλυκό

  1. οδός, δρόμος
  2. η ενέργεια του ταξιδεύω, το ταξίδι
  3. (μεταφορικά) τρόπος, μέθοδος, σύστημα