όνομα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | όνομα | ονόματα |
| γενική | ονόματος | ονομάτων |
| αιτιατική | όνομα | ονόματα |
| κλητική | όνομα | ονόματα |
Ετυμολογία [
]
- όνομα < αρχαία ελληνική ὄνομα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
όνομα ουδέτερο
- η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος ή ένας τόπος
- (για ανθρώπους) το "μικρό" όνομα, το βαφτιστικό ή το επώνυμο
- του έδωσαν το όνομα του παππού του, Παύλος
- ποιο είναι το οικογενειακό όνομα της μητέρας σου;
- (για ανθρώπους) το "μικρό" όνομα, το βαφτιστικό ή το επώνυμο
- (μεταφορικά) η καλή ή κακή φήμη
- έχει βγάλει κακό όνομα
- του βγήκε το όνομα
- (γραμματική) όρος που περιλαμβάνει τα ουσιαστικά και τα επίθετα
- (Ορολογία) κατασήμανση ατομικής έννοιας