λέξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λέξη | λέξεις |
| γενική | λέξης | λέξεων |
| λέξεως | ||
| αιτιατική | λέξη | λέξεις |
| κλητική | λέξη | λέξεις |
[
]
Ετυμολογία
- λέξη < αρχαία ελληνική λέξις < λέγω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
λέξη θηλυκό
- η κύρια μονάδα της γλώσσας από άποψη συντακτική, γραμματική και σημασιολογική· αποτελεί ένα σύνολο φθόγγων που αρθρώνονται ενιαία, φέρει νόημα και αποτελείται από ένα ή περισσότερα μορφήματα
- αυτή η πρόταση περιέχει έξι λέξεις
- (μεταφορικά) φράση, κουβέντα
- δεν είπε λέξη όλο το βράδυ
[
] Εκφράσεις
- επί λέξει: αυτολεξεί, λέξη προς λέξη
- δεν βγάζω λέξη: δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα από ένα δυσανάγωστο κείμενο
- λέξη-κλειδί: με την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι (π.χ. ένα κείμενο) καλύτερα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
λέξη