μνήμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μνήμη | μνήμες |
| γενική | μνήμης | |
| αιτιατική | μνήμη | μνήμες |
| κλητική | μνήμη | μνήμες |
Ετυμολογία [
]
- μνήμη < αρχαία ελληνική μνήμη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μνήμη θηλυκό
- η ικανότητα του εγκεφάλου να θυμάται, να συγκρατεί πληροφορίες και να τις ανακαλεί όποτε είναι αναγκαίο
- (μεταφορικά) οποιοδήποτε μέσο βοηθά τον άνθρωπο να συσσωρεύει γνώση
- τα βιβλία είναι η μνήμη της ανθρωπότητας
- (στον πληθυντικό) οι αναμνήσεις
- μου έρχονται στο μυαλό μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια
- η ανάμνηση και η απόδοση τιμής σε έναν νεκρό
- η εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου ...
- (πληροφορική) ολοκληρωμένο κύκλωμα που κρατά τα δεδομένα που επεξεργάζεται η κεντρική μονάδα επεξεργασίας
- ο υπολογιστής μου έχει 2GB μνήμη RAM
- (πληροφορική) τα διάφορα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή
- αγόρασα μια μνήμη flash των 4MB