θυμάμαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- θυμάμαι < θυμούμαι < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἐνθυμέομαι, -οῦμαι
Ρήμα [
]
θυμάμαι και θυμούμαι, παρατ.: θυμόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα θυμηθώ, αόρ.: θυμήθηκα
- ανακαλώ στη μνήμη μου
- θυμάμαι τα νιάτα μου και με πιάνει νοσταλγία
- ανακαλώ στη μνήμη μου και αναφέρω
- πού το θυμήθηκες αυτό το παλιό ανέκδοτο;
- έχω κάτι στη μνήμη μου, δεν το έχω ξεχάσει
- πάντα θυμάμαι τις υποχρεώσεις μου
- δεν ξεχνώ να κάνω κάτι απαραίτητο
- θυμήσου να πάρεις και εφημερίδα σήμερα
- (με αιτιατική προσώπου) δεν ξεχνώ να κάνω δώρο κάποιον που γιορτάζει ή να του ευχηθώ ή να του αφήσω κάτι στη διαθήκη μου
- σ' ευχαριστώ πολύ που με θυμήθηκες
Αντώνυμα [
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
θυμάμαι