θύμηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- θύμηση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
θύμηση θηλυκό
- η ανάμνηση, η ανάκληση κάποιου γεγονότος ή μιας κατάστασης στο νου από το παρελθόν
- η θύμηση του προσώπου της τον έκανε να μελαγχολεί
- η μνήμη
- πάλι ήρθαν στη θύμησή του στιγμές από το περασμένο καλοκαίρι πριν από το χωρισμό
[
]
Μεταφράσεις
θύμηση