θύμηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική θύμηση
γενική θύμησης
αιτιατική θύμηση
κλητική θύμηση


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θύμηση < θύμησις στην καθαρεύουσα < μεσαιωνική ελληνική θύμησις < αρχαία ελληνική ἐνθύμησις < ἐνθυμοῦμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θύμηση θηλυκό (απαντά σπανίως στον πληθυντικό και ο λογοτεχνικός τύπος θύμισες)

  1. η ανάμνηση, η ανάκληση κάποιου γεγονότος ή μιας κατάστασης στο νου από το παρελθόν
    η θύμηση του προσώπου της τον έκανε να μελαγχολεί
  2. η μνήμη
    πάλι ήρθαν στη θύμησή του στιγμές από το περασμένο καλοκαίρι πριν από το χωρισμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]