memory
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
memory (en)
- η μνήμη
- (πληροφορική) η μνήμη του υπολογιστή, το ηλεκτρονικό εξάρτημα
memory (en)