ανάμνηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάμνηση αναμνήσεις
γενική ανάμνησης
& αναμνήσεως
αναμνήσεων
αιτιατική ανάμνηση αναμνήσεις
κλητική ανάμνηση αναμνήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανάμνηση < αρχαία ελληνική ἀνάμνησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανάμνηση θηλυκό

  1. ένα γεγονός από το παρελθόν
    Παιδί μου σαν να χάθηκαν οι αναμνήσεις μου. Κοιτώ παλιές φωτογραφίες και δεν θυμάμαι τίποτα πλέον ...
  2. ένα παρελθοντικό γεγονός που μπορεί κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του
    Από αυτό το ταξίδι έχω μόνο ευχάριστες αναμνήσεις
  3. αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν
    Κράτησα το ποτήρι που είχε κι έπινε στα τελευταία της η μάνα μου σαν ανάμνηση ότι εκτός από πίκρες, της έδωσα κι ένα ποτήρι νερό

32πχ Μεταφράσεις[]