σαν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σαν < μεσαιωνική ελληνική σάν < ὡσάν < αρχαία ελληνική φράση ὡς ἄν
[
]
Μόριο
σαν και σα
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως
- το πρωί να τρως σαν βασιλιάς, το μεσημέρι σαν πλούσιος, το βράδυ σαν φτωχός
- (με ουσιαστικά) δηλώνει μια ιδιότητα ψευδή ή αναληθή
- συμπεριφέρεται σαν μεγιστάνας
- (με ουσιαστικά ή επίθετα) δηλώνει αιτιολογία: ως
- σου τα λέω αυτά σαν φίλος
- (με επίθετα, ρήματα, επιρρήματα) δηλώνει αβεβαιότητα ή πιθανότητα
- σαν να λες ψέμματα
- (σε ερωτήσεις) άραγε, τάχα
- για πες μου, σαν πότε σκέφτεσαι να έρθεις;
- (σε αναφορικές παραβολικές προτάσεις) δηλώνει μια μη πραγματική ιδιότητα
- μιλάει σαν να ήταν ο πρωθυπουργός
- (σε αναφορικές παραβολικές προτάσεις) δηλώνει πιθανή αιτιολογία
- σταμάτησε να μιλάει σαν να κατάλαβε το λάθος που έκανε
- (σε ειδικές προτάσεις) ότι
- έδειξε σαν να τον αναγνώρισε
[
]
Σύνδεσμος
σαν (χρονικός)
- όταν, αφού
- σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη... (Καβάφης)
- μόλις
- χαμογέλασες αμήχανα, σαν με είδες
- όποτε, κάθε φορά που...
- θλίβομαι σαν μου φωνάζεις