ιδιότητα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ιδιότητα | ιδιότητες |
| γενική | ιδιότητας | ιδιοτήτων |
| αιτιατική | ιδιότητα | ιδιότητες |
| κλητική | ιδιότητα | ιδιότητες |
Ετυμολογία [
]
- ιδιότητα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ιδιότητα θηλυκό
- χαρακτηριστικό, γνώρισμα μιας κατηγορίας προσώπων ή πραγμάτων
- η κατάσταση του να ανήκει κάποιος σε ένα σύνολο ή να έχει κάποια θέση που να του δίνει υποχρεώσεις ή/και δικαιώματα
- η ιδιότητα του διαχειριστή αποδίδεται στο Βικιλεξικό μετά από ψηφοφορία