αφού
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αφού < ελληνιστική κοινή ἀφοῦ < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (χρόνου)
Σύνδεσμος [
]
αφού
- (χρονικός) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο
- Γύρισε στο σπίτι και, αφού πρώτα έφαγε, έπεσε για ύπνο.
- (αιτιολογικός)
- αφού θες να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να σπουδάσεις στο Πολυτεχνείο
Μεταφράσεις [
]
χρονικό