μόλις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μόλις < αρχαία ελληνική μόλις

Open book 01.svg Σύνδεσμος[]

χρονικός σύνδεσμος

  1. αμέσως μετά από μία πράξη ακολουθεί μία άλλη
    Ήταν έτοιμος και, μόλις χτύπησε το κουδούνι, κατέβηκε κάτω κι έφυγαν.

Open book 01.svg Επίρρημα[]

χρονικό

  1. ελάχιστη ώρα πριν
    Η παράσταση μόλις είχε ξεκινήσει.
  2. την ίδια στιγμή
    Η παράσταση μόλις ξεκινούσε.
  3. (ακολουθούμενο από απόλυτο αριθμητικό) για κάτι που έγινε σχετικά πρόσφατα
    Η παράσταση ξεκίνησε μόλις πριν ένα λεπτό.
    Μόλις δυο χρόνια γνωρίζονται.

τροπικό

  1. ελάχιστα, σχεδόν καθόλου, με μεγάλη δυσκολία
    μόλις που ακούγεται
    μόλις που πρόλαβα να τον δω

Εκφράσεις[]

  • μόλις και μετά βίας: για κάτι που γίνεται με μεγάλη δυσκολία και κόπο

32πχ Μεταφράσεις[]