μόλις
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
μόλις < αρχαία ελληνική μόλις
Σύνδεσμος [
]
χρονικός σύνδεσμος
- αμέσως μετά από μία πράξη ακολουθεί μία άλλη
- Ήταν έτοιμος και, μόλις χτύπησε το κουδούνι, κατέβηκε κάτω κι έφυγαν.
Επίρρημα [
]
χρονικό
- ελάχιστη ώρα πριν
- Η παράσταση μόλις είχε ξεκινήσει.
- την ίδια στιγμή
- Η παράσταση μόλις ξεκινούσε.
- (ακολουθούμενο από απόλυτο αριθμητικό) για κάτι που έγινε σχετικά πρόσφατα
- Η παράσταση ξεκίνησε μόλις πριν ένα λεπτό.
- Μόλις δυο χρόνια γνωρίζονται.
τροπικό
Εκφράσεις [
]
- μόλις και μετά βίας: για κάτι που γίνεται με μεγάλη δυσκολία και κόπο