γνώση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γνώση | γνώσεις |
| γενική | γνώσης | γνώσεων |
| γνώσεως | ||
| αιτιατική | γνώση | γνώσεις |
| κλητική | γνώση | γνώσεις |
[
]
Ετυμολογία
- γνώση < γνῶσις
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γνώση θηλυκό
- το να γνωρίζει κάποιος κάτι
- δεν είχα γνώση της κατάστασης
- οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων
- με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις
- (φιλοσοφία):
- το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
- η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
- η σύνεση
- γερόντου γνώση
[
] Εκφράσεις
- έχουν γνώση οι φύλακες : για περιπτώσεις που οι υπεύθυνοι για κάτι έχουν λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις
- κοντά στο νου κι η γνώση : για κάτι που είναι / θεωρείται αυτονόητο
- στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα! : για λάθη που αναγνωρίζονται εκ των υστέρων
- εν γνώσει: γνωρίζοντας
[
]
Μεταφράσεις
γνώση