μνημείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μνημείο μνημεία
γενική μνημείου μνημείων
αιτιατική μνημείο μνημεία
κλητική μνημείο μνημεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μνημείο < αρχαία ελληνική μνημεῖον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mni.ˈmi.ɔ/
το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μνημείο ουδέτερο

  1. το γλυπτό, η στήλη, η αρχιτεκτονική κατασκευή που δημιουργείται προς τιμή ενός προσώπου που έχει πεθάνει ή για να θυμίζει κάποιο σημαντικό γεγονός
  2. μεμονωμένο οικοδόμημα ή σύνολο οικοδομημάτων που διασώθηκε από παλιότερη ιστορική περίοδο και θεωρείται σημαντικό από άποψη αρχαιολογική, ιστορική ή αισθητική
    • (γενικότερα) κάθε δείγμα της ανθρώπινης δραστηριότητας από προηγούμενες εποχές που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον
  3. αξιόλογο έργο τέχνης ή λόγου, που ξεχωρίζει ανάμεσα στα όμοια ή στα σύγχρονά του κι εντυπωσιάζει
  4. (μεταφορικά) οι πράξεις που ξεχωρίζουν, είτε θετικά είτε αρνητικά
    η δράση του αποτελεί μνημείο δημοκρατικότητας
    αυτό που έκανες είναι μνημείο βλακείας!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]