φθόγγος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική φθόγγος φθόγγοι
Γενική φθόγγου φθόγγων
Αιτιατική φθόγγο φθόγγους
Κλητική φθόγγε φθόγγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φθόγγος < φθέγγομαι (: βγάζω φωνή, λαλώ, μιλάω δυνατά)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈfθɔŋ.ɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

φθόγγος αρσενικό

  1. ο ήχος της έναρθρης φωνής του ανθρώπου
  2. (γλωσσολογία) η ελάχιστη ηχητική μονάδα στην οποία μπορεί να αναλυθεί ένα ηχητικό γλωσσικό σημείο (λέξη)
  3. μουσικός ήχος
  4. το αντίστοιχο γραφικό σύμβολο, δηλαδή το γράμμα της γλώσσας ή το φθογγόσημο (νότα)


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις