γράμμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γράμμα < αρχαία ελληνική γράμμα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γράμμα | γράμματα |
| γενική | γράμματος | γραμμάτων |
| αιτιατική | γράμμα | γράμματα |
| κλητική | γράμμα | γράμματα |
γράμμα ουδέτερο
[
] Εκφράσεις
- γράμμα του νόμου :
- οι επιταγές του νόμου
- η τυπική, επιφανειακή ερμηνεία του νόμου, σε αντίθεση με το πνεύμα του νόμου
- κατά γράμμα : χωρίς αλλαγές
- νεκρό γράμμα : νόμος ή ρύθμιση που έχει θεσμοθετηθεί αλλά δεν ισχύει
→ δείτε τη λέξη: γράμματα
[
]
[
]
Σύνθετα
→ δείτε τις λέξεις: -γραμμα και γραμματ-
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
χαρακτήρας του αλφαβήτου
επιστολή
|
→ δείτε τη λέξη: επιστολή |
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- γράμμα < γράφω
[
]
Ουσιαστικό
γράμμα ουδέτερο
- το γράμμα