επιστολή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιστολή | επιστολές |
| γενική | επιστολής | επιστολών |
| αιτιατική | επιστολή | επιστολές |
| κλητική | επιστολή | επιστολές |
[
]
Ετυμολογία
- επιστολή < επιστέλλω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.pi.stɔ.ˈli/
[
]
Ουσιαστικό
επιστολή θηλυκό
- γραπτό μήνημα που αποστέλλεται μέσω ταχυδρομείου μέσα σε φάκελο
- (φιλολογία) λογοτεχνικό είδος γραπτού κειμένου που αποστέλλεται σε κάποιον
- (συνεκδοχικά) ο φάκελος μέσα στον οποίο βρίσκεται στο γραπτό μήνυμα
- συστατική επιστολή
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
γραπτό μήνυμα