ομώνυμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομώνυμος | ομώνυμη | ομώνυμο |
| Γενική | ομώνυμου | ομώνυμης | ομώνυμου |
| Αιτιατική | ομώνυμο | ομώνυμη | ομώνυμο |
| Κλητική | ομώνυμε | ομώνυμη | ομώνυμο |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | ομώνυμοι | ομώνυμες | ομώνυμα |
| Γενική | ομώνυμων | ομώνυμων | ομώνυμων |
| Αιτιατική | ομώνυμους | ομώνυμες | ομώνυμα |
| Κλητική | ομώνυμοι | ομώνυμες | ομώνυμα |
Ετυμολογία
- αρχαία ελληνική ὁμώνυμος < ομο- + -ώνυμος ( < όνομα )
- (γραμματική) σημασιολογικό αντιδάνειο από το γαλλικό homonymes < λατινικό homonymus < αρχαία ελληνική ὁμώνυμος
Επίθετο
ομώνυμος
- που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο τίτλο
- Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τάδε.
- (γραμματική) ομώνυμες λέξεις: οι ομόηχες λέξεις, λέξεις με όμοια προφορά αλλά διαφορετική σημασία
- (μαθηματικά) ομώνυμα κλάσματα: κλάσματα με τον ίδιο παρονομαστή
- (φυσική) που έχει το ίδιο ηλεκτρικό φορτίο (θετικό ή αρνητικό)
- (κατ' επέκταση) για μαγνητικούς πόλους που έχουν την ίδια ελκτική ικανότητα
- Oι ομώνυμοι μαγνητικοί πόλοι απωθούνται.
- (κατ' επέκταση) για μαγνητικούς πόλους που έχουν την ίδια ελκτική ικανότητα
Εκφράσεις
- τα ομώνυμα απωθούνται: για άτομα που δεν μπορούν να συνυπάρξουν λόγω ομοιοτήτων στον χαρακτήρα
Συνώνυμα
- ομόηχος (2)
Αντώνυμα
- ετερώνυμος (3), (4)