κορσικανικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κορσικανικά < κορσικανικός < Κορσική.
Ουσιαστικό
κορσικανικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- Λατινογενές ιδίωμα που μοιάζει με τα ιταλικά και μιλιέται στην Κορσική (που έχει όμως επίσημη γλώσσα τα γαλλικά). Παρουσιάζει δύο κύριες διαλεκτικές μορφές (βόρεια και νότια) με ενδιάμεσα μεταβατικά στάδια.
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
κορσικανικά
- κορσικανικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
