ψάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψάρι | ψάρια |
| Γενική | ψαριού | ψαριών |
| Αιτιατική | ψάρι | ψάρια |
| Κλητική | ψάρι | ψάρια |
Ετυμολογία
- ψάρι < μεσαιωνική ελληνική ψάρι(ν) < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής ὀψάριον, υποκοριστικό από το ὄψον, προσφάγι
Προφορά
Ουσιαστικό
ψάρι ουδέτερο
- (ζωολογία) υδρόβιο σπονδυλωτό ζώο, συνήθως ωοτόκο, μερικές φορές ωοζωοτόκο ή και ζωοτόκο. Αναπνέει συνήθως με βράγχια, όμως ορισμένα είδη έχουν ένα πρόσθετο σύστημα εναέριας αναπνοής, όπως οι πνεύμονες των Διπνεύστων ή ο λαβύρινθος των Αναβαντιδών
- (μεταφορικά) ο κουτός, ο αφελής άνθρωπος
- (περιπαικτικά) ο νεοσύλλεκτος φαντάρος, και γενικότερα κατά προέκταση, ο πρωτάρης σε μια δουλειά
Εκφράσεις
- άρχισα να τρέμω σαν το ψάρι → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
- ψήνω το ψάρι στα χείλη : βασανίζω