αφελής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αφελής αφελής αφελές
γενική αφελούς αφελούς αφελούς
αιτιατική αφελή αφελή αφελές
κλητική αφελή(ς) αφελής αφελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφελείς αφελείς αφελή
γενική αφελών αφελών αφελών
αιτιατική αφελείς αφελείς αφελή
κλητική αφελείς αφελείς αφελή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφελής < αρχαία ελληνική ἀφελής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.fɛ.ˈlis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /a.fɛ.ˈlɛs/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

αφελής, -ής, -ές

  1. άνθρωπος όχι ιδιαίτερα έξυπνος, που δεν σκέφτεται τα πράγματα σε βάθος ή που αφήνεται και εξαπατάται από άλλους
  2. απλοϊκός (για κρίση, άποψη κ.λπ.)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]