στόμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στόμα | στόματα |
| Γενική | στόματος | στομάτων |
| Αιτιατική | στόμα | στόματα |
| Κλητική | στόμα | στόματα |
Ετυμολογία
- στόμα < αρχαία ελληνική στόμα
Προφορά
Ουσιαστικό
στόμα ουδέτερο
- το άνοιγμα στο πρόσωπο των ανθρώπων, που χρησιμεύει στην τροφή και στην ομιλία
- το άνοιγμα στο κεφάλι των ζώων, που χρησιμεύει στην τροφή
- ένας άνθρωπος, σαν μονάδα μέτρησης
-
- η μάνα του είχε δέκα στόματα να θρέψει
-
- το άνοιγμα μιας κοιλότητας
Εκφράσεις
- ανοίγω το στόμα μου (1) : αρχίζω να μιλώ
- αλίμονό μας αν ανοίξει το στόμα της, ποιος τη σταματάει!
- ανοίγω το στόμα μου (2) : μιλώ
- μπορεί να καθήσει ώρες ολόκληρες χωρίς να ανοίξει το στόμα του
- όποιος ανοίξει το στόμα του, θα φάει ξύλο!
- μικροί, είμασταν πολύ φτωχοί, ίσα ίσα είχαμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας
- γλυτώνω από το στόμα του λύκου : ξεφεύγω από άμεσο κίνδυνο
- γλυτώνω από του χάρου το στόμα : ξεφεύγω από θανάσιμο κίνδυνο
- κλείνω / βουλώνω το στόμα κάποιου : τον διακόπτω ενώ μιλά (συνήθως με προσβλητικό τρόπο)
-
συνώνυμα: τον αποστομώνω
- με μισό στόμα : χωρίς να το θέλω πραγματικά
- συμφώνησε με μισό στόμα
- μ' ένα στόμα : όλοι μαζί, ομόφωνα
- όλοι μαζί, μ' ένα στόμα, φώναξαν: «Ζήτω!»
- μένω με το δάχτυλο στο στόμα : περιμένω κάποιον για πολλή ώρα
- μένω με το στόμα ανοιχτό : παραμένω έκπληκτος → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
- πέφτω στο στόμα του λύκου : πέφτω σε παγίδα
- στόμα απύλωτο : άνθρωπος που διαδίδει ψεύδη εις βάρος κάποιου
- το πήρες από το στόμα μου : ετοιμαζόμουν να το πω και το είπες πριν
Συγγενικές λέξεις
- και
Σύνθετα
- και
Μεταφράσεις
το στόμα