στόμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόμα στόματα
γενική στόματος στομάτων
αιτιατική στόμα στόματα
κλητική στόμα στόματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στόμα < αρχαία ελληνική στόμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈstɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στόμα ουδέτερο

  1. το άνοιγμα στο πρόσωπο των ανθρώπων, που χρησιμεύει στην τροφή και στην ομιλία
  2. το άνοιγμα στο κεφάλι των ζώων, που χρησιμεύει στην τροφή
  3. ένας άνθρωπος, σαν μονάδα μέτρησης
    η μάνα του είχε δέκα στόματα να θρέψει
  4. το άνοιγμα μιας κοιλότητας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: είσοδος, στόμιο
    το στόμα του μπουκαλιού

Εκφράσεις[]

  • ανοίγω το στόμα μου: αρχίζω να μιλώ
    1. μιλώ
      μπορεί να καθίσει ώρες ολόκληρες χωρίς να ανοίξει το στόμα του
      όποιος ανοίξει το στόμα του, θα φάει ξύλο!
    2. (μεταφορικά) λέω κουτσομπολιά ή βρισιές
      αλίμονό μας αν ανοίξει το στόμα της, ποιος τη σταματάει!
  • από στόματος : από μνήμης
  • βάζω κάτι στο στόμα μου : τρώω κάτι
μικροί, είμασταν πολύ φτωχοί, ίσα ίσα είχαμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας
  • γλυτώνω από το στόμα του λύκου : ξεφεύγω από άμεσο κίνδυνο
  • γλυτώνω από του χάρου το στόμα : ξεφεύγω από θανάσιμο κίνδυνο
  • κλείνω / βουλώνω το στόμα κάποιου :
    • τον διακόπτω ενώ μιλά (συνήθως με προσβλητικό τρόπο)
    • φέρνω τέτοια επιχειρήματα που τον αναγκάζουν να σταματήσει να μιλά
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τον αποστομώνω
  • με μισό στόμα : χωρίς να το θέλω πραγματικά
συμφώνησε με μισό στόμα
όλοι μαζί, μ' ένα στόμα, φώναξαν: «Ζήτω!»
  • μένω με το δάχτυλο στο στόμα : περιμένω κάποιον για πολλή ώρα
  • μένω με το στόμα ανοιχτό : παραμένω έκπληκτοςβλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
  • πέφτω στο στόμα του λύκου : πέφτω σε παγίδα
  • στόμα απύλωτο : άνθρωπος που διαδίδει ψεύδη εις βάρος κάποιου
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κακολόγος, φιλοκατήγορος
  • το πήρες από το στόμα μου : ετοιμαζόμουν να το πω και το είπες πριν
  • στο στόμα μου το έχω:
    1. δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς τη λέξη
    2. είμαι έτοιμος να ξεστομίσω κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

και

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

και

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική στόμα στόματε στόματα
Γενική στόματος στομάτοιν στομάτων
Δοτική στόματι στομάτοιν στόμασι
Αιτιατική στόμα στόματε στόματα
Κλητική στόμα στόματε στόματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στόμα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stomn

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στόμα (& αιολική στύμα)

  1. το στόμα
  2. όργανο της φωνής, λαλιά, ομιλία
    δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματα
  3. λόγια, εκφράσεις, τρόπος έκφρασης, η γλώσσα που χρησιμοποιεί κάποιος
    τὸ Φοίβου θεῖον ἀψευδὲς στόμα
    τό σόν στόμα ἐλεινόν - κἂν καλὸν φορῇ στόμα
  4. προφορικός
    ἀπὸ στόματος εἰπεῖν (από μνήμης, χωρίς γραπτά)
  5. στόμιο, εκβολές
    στόμα τοῦ Πόντου - Τό ἄνω στόμα τῆς διώρυχος
  6. χάσμα, ρήγμα
  7. άνοιγμα, είσοδος
    στόμα φρέατος
    ἑπτάπυλον στόμα (οι επτά είσοδοι της Θήβας)
  8. το πρόσθιο, μπροστινό μέρος, μέτωπο
    ἀπό στόματος (τα πρόσθια στρατεύματα στη μάχη σε αντιδιαστολή προς την οπισθοφυλακή: ἀπὸ τῆς οὐρᾶς)
  9. πρόσωπο
    κατὰ στόμα : κατά πρόσωπο, πρόσωπο με πρόσωπο, μπροστά σου
  10. άκρο, χείλος, κορυφή, το όριο
    ἄκρον στόματος πύργων
    τίς δὲ συμμάχοις θάρσος παρέσχεν ὅσον Ἀγησίλαος, καίπερ ἤδη πρὸς τῷ στόματι τοῦ βίου ὤν; (: ποιός έδωσε στους συμμάχους τόσο θάρρος όσο ο Αγησίλαος, που τώρα είναι στο κατώφλι του θανάτου;)
    τό στόμα τῆς αἰχμῆς (το μυτερό άκρο του όπλου)
  11. (μεταφορικά) αυτό που καταπίνει
    πτολέμοιο, ὑσμίνης στόμα (: πόλεμος, το στόμα της μάχης, δηλ. που καταπίνει σαν τέρας)
  12. η πηγή ποταμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Εκφράσεις[]

  • ἐξ ἑνός στόματος : με μια φωνή, ομόφωνα