πέφτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πέφτω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική πίπτω
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
πέφτω
- μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας
- αν το αφήσεις θα πέσει στο πάτωμα
- φόρα καμιά ζώνη γιατί έχεις αδυνατίσει και σου πέφτει το παντελόνι
- (μεταφορικά) μειώνεται η τιμή μου
- έπεσε η τιμή της βενζίνης για μια μέρα και μετά ανέβηκε πάλι
- όλο το βράδυ φύσαγε και η θερμοκρασία (ή το θερμόμετρο) έπεσε κάτω από το μηδέν
- (μεταφορικά) σκοτώνομαι
- (μεταφορικά) ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου
- είχανε αρχίσει να της πέφτουν τα μαλλιά εξαιτίας της χημειοθεραπείας
- (μεταφορικά) (για τοποθεσίες και χρονικές περιόδους) είμαι, βρίσκομαι (χρονικά ή τοπικά αντίστοιχα)
- προς τα που πέφτει η Αλόννησος;
- φέτος το Πάσχα έπεσε νωρίς
- (μεταφορικά) υποχωρώ, υποκύπτω
- (μεταφορικά) φλερτάρω
- της την έπεσε και την έριξε
[
] Εκφράσεις
- δεν μου(/σου/του) πέφτει λόγος: δεν με(/σε/τον/την) αφορά
- δεν αφήνω κουβέντα (ή τίποτα) να πέσει κάτω (ή στο πάτωμα, στο χώμα): 1. τα παίρνω όλα όσα ακούω στα σοβαρά
- πέφτει χιόνι/βροχή/χαλάζι/ξύλο/μπουνίδι
- πέφτει ξύλο/μπουνίδι
- πέφτει γραμμή/σύρμα
- πέφτω από τα σύννεφα: ξαφνιάζομαι
- πέφτω έξω: 1. αποτυγχάνω σε προβλέψεις 2. αποτυγχάνω οικονομικά, πτωχεύω
- πέφτω μέσα: επαληθεύτηκαν οι προβλέψεις μου
- πέφτω σε αντιφάσεις: αντιφάσκω
- πέφτω σε λάθη: κάνω λάθη
- πέφτω στα χέρια κάποιου: υποδουλώνομαι, κυριεύομαι, βρίσκομαι υπό την εξουσία κάποιου
- μου έπεσαν τα μαλλιά: λέγεται όταν ακούμε κάτι που είναι απίστευτο
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||