εξουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξουσία εξουσίες
γενική εξουσίας εξουσιών
αιτιατική εξουσία εξουσίες
κλητική εξουσία εξουσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξουσία < αρχαία ελληνική ἐξουσία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εξουσία θηλυκό

  • η δυνατότητα, με βάση νόμο, παράδοση κλπ, που έχει κάποιος να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλους
  • η δυνατότητα που έχει ένα κράτος να ελέγχει ή να υπαγορεύει τις ενέργειες του λαού του
  • ...


32πχ Μεταφράσεις[]