εξουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξουσία εξουσίες
γενική εξουσίας εξουσιών
αιτιατική εξουσία εξουσίες
κλητική εξουσία εξουσίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εξουσία < αρχαία ελληνική ἐξουσία

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

εξουσία θηλυκό

  • η δυνατότητα, με βάση νόμο, παράδοση κλπ, που έχει κάποιος να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλους
  • η δυνατότητα που έχει ένα κράτος να ελέγχει ή να υπαγορεύει τις ενέργειες του λαού του
  • ...


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες