ισχύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἰσχύς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ισχύς ισχύες
γενική ισχύος ισχύων
αιτιατική ισχύ ισχύς
κλητική ισχύ ισχύες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισχύς <
  1. αρχαία ελληνική ἰσχύς
  2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική power

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισχύς θηλυκό

  1. δύναμη
    Είναι πολιτικός με μεγάλη ισχύ.
  2. κύρος
    Πολλοί τεχνικοί κανονισμοί έχουν ισχύ νόμου.
  3. εγκυρότητα
    Αυτή η διάταξη δεν είναι πια σε ισχύ.
  4. (φυσική) ρυθμός (παραγωγής, εκπομπής, μετάδοσης, απορρόφησης, κατανάλωσης κτλ.) ενέργειας συναρτήσει του χρόνου
    μονάδα μέτρησης της ισχύος, στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων είναι το βατ (1 W)


Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στη φυσική η ισχύς είναι εντελώς διαφορετικό μέγεθος από τη δύναμη και δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]