δύναμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δύναμη | δυνάμεις |
| γενική | δύναμης & δυνάμεως |
δυνάμεων |
| αιτιατική | δύναμη | δυνάμεις |
| κλητική | δύναμη | δυνάμεις |
Ετυμολογία [
]
- δύναμη < αρχαία ελληνική δύναμις
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
δύναμη θηλυκό
- η σωματική ισχύς, η ρώμη
- χρειάζεται αρκετή δύναμη για να ξεσφίξει το μπουλόνι
- η ικανότητα να κάνει κάποιος κάτι, να πετύχει κάτι
- η ισχύς που δίνει η εξουσία, το αξίωμα
- η ένταση
- χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι
- οργανωμένο σύνολο που ασκεί επιρροή και δρά στην κοινωνία ή την πολιτική
- οι πολιτικές δυνάμεις
- χώρα με ισχυρή πολιτική, στρατιωτική, οικονομική παρουσία στη διεθνή σκηνή
- οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) με τη στρατιωτική τους επέμβαση στο Ναβαρίνο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους
- ο στρατός, τα στρατεύματα
- οι δυνάμεις του εχθρού υποχωρούν
- ισχυρές δυνάμεις του στρατού αναπτύσσονται...
- ο αριθμός των ατόμων που περιλαμβάνει ένα σύνολο
- το 7ο Σὐνταγμα έχει δύναμη 800 ανδρών
- (μαθηματικά) το γινόμενο του πολλαπλασιασμού ενός αριθμού με τον εαυτό του
- η ύψωση του 2 στην τέταρτη δύναμη (2Χ2Χ2Χ2 ή 24) μας δίνει το 16
- (φυσική) το φυσικό διανυσματικό μέγεθος που προκαλεί αλλαγή της κινητικής κατάστασης ή παραμόρφωση ενός φυσικού σώματος
Εκφράσεις [
]
- δυνάμει: η δυνατότητα να υπάρξει ή να μεταβληθεί ή να ενεργήσει κάποιος ή κάτι σε αντίθεση με την πραγματική ύπαρξη, ενέργεια κ.λπ. (ενεργεία)
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
δύναμη
)