δυνατός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική δυνατός δυνατή δυνατό
γενική δυνατού δυνατής δυνατού
αιτιατική δυνατό δυνατή δυνατό
κλητική δυνατέ δυνατή δυνατό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυνατοί δυνατές δυνατά
γενική δυνατών δυνατών δυνατών
αιτιατική δυνατούς δυνατές δυνατά
κλητική δυνατοί δυνατές δυνατά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δυνατός < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Επίθετο

δυνατός

  1. ο άνθρωπος με μεγάλη σωματική δύναμη
    ο θείος μου είναι πολύ δυνατός, σηκώνει μεγάλα βάρη
  2. ο άνθρωπος με υψηλές ικανότητες για κάτι
    οι δυνατοί φοιτητές έχουν μεγαλύτερες ελπίδες να πάρουν πτυχίο
  3. ο ικανός
  4. ο εφικτός
  5. κάτι που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση, ή σφοδρότητα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες