αδύναμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδύναμος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο []

αδύναμος, -η, -ο

  1. που δεν έχει δυνάμεις
    ξεπέρασε την αρρώστια, αλλά νιώθει ακόμη αδύναμος
  2. που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση
    ακούστηκαν μερικές αδύναμες διαμαρτυρίες, αλλά τίποτε περισσότερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []