αδύναμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αδύναμος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
αδύναμος, -η, -ο
- που δεν έχει δυνάμεις
- ξεπέρασε την αρρώστια, αλλά νιώθει ακόμη αδύναμος
- που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση
- ακούστηκαν μερικές αδύναμες διαμαρτυρίες, αλλά τίποτε περισσότερο