ικανότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ικανότητα ικανότητες
γενική ικανότητας ικανοτήτων
αιτιατική ικανότητα ικανότητες
κλητική ικανότητα ικανότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ικανότητα < από το ικανός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ικανότητα θηλυκό (πληθυντικός : ικανότητες)

  1. Η δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι.
    Έχει και την ικανότητα και τη θέληση να πετύχει στη ζωή του.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]