ικανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ικανός ικανή ικανό
γενική ικανού ικανής ικανού
αιτιατική ικανό ικανή ικανό
κλητική ικανέ ικανή ικανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ικανοί ικανές ικανά
γενική ικανών ικανών ικανών
αιτιατική ικανούς ικανές ικανά
κλητική ικανοί ικανές ικανά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ικανός< αρχαία ελληνική ἱκανός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ka.ˈnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.ka.ˈni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.ka.ˈnɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ικανός -ή -ό

  1. που έχει ικανότητες
    είναι 'ικανός στη δουλειά του και όλοι τον εκτιμούν
  2. που μπορεί να κάνει κάτι, που είναι σε θέση να κάνει κάτι
    του έχω εμπιστοσύνη, είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του
  3. που μπορεί και δεν διστάζει να κάνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα μέτρα
    είναι ικανός να φάει ολόκληρο βόδι στην καθισιά του
  4. (στρατιωτικός όρος) που κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στρατεύσιμος
  5. αρκετά μεγάλος σε ποσότητα

Εκφράσεις[]

  • ικανός για όλα : για άνθρωπο αδίστακτο και χωρίς ηθικούς φραγμούς
  • ικανή και αναγκαία συνθήκη: κάτι που όχι μόνο μπορεί να επιφέρει ένα αποτέλεσμα, αλλά και χωρίς αυτό δεν είναι δυνατόν το αποτέλεσμα να επιτευχθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]