θητεία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θητεία | θητείες |
| γενική | θητείας | θητειών |
| αιτιατική | θητεία | θητείες |
| κλητική | θητεία | θητείες |
[
]
Ετυμολογία
- θητεία < αρχαία ελληνική θητεία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
θητεία θηλυκό
- το διάστημα κατά το οποίο παραμένει στο στρατό ένας κληρωτός, η στρατιωτική υπηρεσία
- η άσκηση ενός αξιώματος και το χρονικό διάστημα της άσκησης αυτής