μεγάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεγάλος μεγάλη μεγάλο
γενική μεγάλου μεγάλης μεγάλου
αιτιατική μεγάλο μεγάλη μεγάλο
κλητική μεγάλε μεγάλη μεγάλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα
γενική μεγάλων μεγάλων μεγάλων
αιτιατική μεγάλους μεγάλες μεγάλα
κλητική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ˈɣa.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεγάλος, -η, -ο (συγκρ. μεγαλύτερος, υπερθ. μέγιστος)

  1. (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
    Του είπα να μας βάλει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας.
  2. (στη γραφή) ο κεφαλαίος
    Μην γράφεις συνέχεια με μεγάλα γράμματα.
  3. σπουδαίος, με ιδιαίτερη σημασία
    Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγάλος αρσενικό

  1. ο ενήλικας
    Καλό είναι τα παιδιά να ακούνε τους μεγάλους.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]