μεγάλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | μεγάλος | μεγάλη | μεγάλο |
| γενική | μεγάλου | μεγάλης | μεγάλου |
| αιτιατική | μεγάλο | μεγάλη | μεγάλο |
| κλητική | μεγάλε | μεγάλη | μεγάλο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | μεγάλοι | μεγάλες | μεγάλα |
| γενική | μεγάλων | μεγάλων | μεγάλων |
| αιτιατική | μεγάλους | μεγάλες | μεγάλα |
| κλητική | μεγάλοι | μεγάλες | μεγάλα |
[
]
Ετυμολογία
- μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /mɛ.ˈɣa.lɔs/
[
]
Επίθετο
μεγάλος, -η, -ο (συγκρ. μεγαλύτερος, υπερθ. μέγιστος)
- (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
- Του είπα να μας βάλει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας.
- (στη γραφή) ο κεφαλαίος
- Μην γράφεις συνέχεια με μεγάλα γράμματα.
- σπουδαίος, με ιδιαίτερη σημασία
- Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
μεγάλος
[
]
Ουσιαστικό
μεγάλος αρσενικό
- ο ενήλικας
- Καλό είναι τα παιδιά να ακούνε τους μεγάλους.