μικρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρός | μικρή | μικρό |
| Γενική | μικρού | μικρής | μικρού |
| Αιτιατική | μικρό | μικρή | μικρό |
| Κλητική | μικρέ | μικρή | μικρό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | μικροί | μικρές | μικρά |
| Γενική | μικρών | μικρών | μικρών |
| Αιτιατική | μικρούς | μικρές | μικρά |
| Κλητική | μικροί | μικρές | μικρά |
Ετυμολογία
- μικρός < αρχαία ελληνική μικρός
Επίθετο
μικρός, -ή/-ά, -ό
- (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) αυτός που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς λίγο πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
- (μεταφορικά) ασήμαντος
- (ως προς την ηλικία) νεαρός
- (στη γραφή) πεζός, όχι κεφαλαίος
Αντώνυμα
Ουσιαστικό
μικρός αρσενικό
- το μικρότερο από τα πέντε δάχτυλα του χεριού
| αντίχειρας | δείκτης | μέσος | παράμεσος | μικρός |