little

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

little (en)

  1. μικρός, νεότερος
    A little child.
    My little brother.
  2. λίγος (με μη αριθμητά ουσιαστικά)
    There is little water left.

Open book 01.svg Επίρρημα[]

little (en)

He speaks little.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Εκφράσεις[]

little by little