little
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Αγγλικά (en)
1.1
Επίθετο
1.2
Επίρρημα
1.2.1
Δείτε επίσης
1.2.2
Εκφράσεις
Αγγλικά (en)
Επίθετο
little
(en)
μικρός
,
νεότερος
A
little
child.
My
little
brother.
λίγος
(με μη αριθμητά ουσιαστικά)
There is
little
water left.
Επίρρημα
little
(en)
λίγο
He speaks
little
.
Δείτε επίσης
a little
Εκφράσεις
little by little
λίγο λίγο
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Επίθετα (αγγλικά)
|
Επιρρήματα (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Anglo-Saxon
العربية
Deutsch
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Frysk
Hrvatski
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî / كوردی
Limburgs
ລາວ
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Русский
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Tiếng Việt
中文