αντίχειρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

αντίχειρας (1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αντίχειρας< ελληνιστική κοινή ἀντίχειρ < ἀντί +χείρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αντίχειρας αρσενικό (πληθυντικός αντίχειρες)

  • το "μεγάλο" δάχτυλο του χεριού, το μόνο που μπορεί να κινηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έρθει απέναντι από τα άλλα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

αντίχειρας δείκτης μέσος παράμεσος μικρός

32πχ Μεταφράσεις[]